• Σύνδεση

ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ, ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΕΙΣ

Ανταπόκριση: Πόλυ Λυκούργου

Ο Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν («Drive») κι ο Σον Πεν γιουχαρίστηκαν όσο δεν μπορείτε να φανταστείτε. Ευτυχώς που το ντοκιμαντέρ του Τζιμ Τζάρμους για τους Stooges έφερε τον Ιγκι Ποπ στις Κάννες και ξύπνησε το ενδιαφέρον μας. 

«The Neon Demon» του Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν



Πριν από πέντε χρόνια ο προκλητικός Δανός σκηνοθέτης είχε οδηγήσει τον Ράιαν Γκόσλινγκ στην Κρουαζέτ με το «Drive» (2011) - μία αυτόματα cult ταινία, ένα προσεγμένο, στιλιζαρισμένο αλλά με άποψη b movie, με έναν καλογραμμένο ήρωα που δεν μπορούσες να πάρεις τα μάτια σου από πάνω του. Το κοινό στις Κάννες έπαθε αμόκ, η λατρεία για την ταινία μεταδώθηκε με ηλεκτρισμό στον υπόλοιπο κόσμο, o Ρεφν έφυγε με βραβείο κι ο Γκόσλινγκ με τη στάμπα του international sexy icon. 

Δύο χρόνια μετά, κανείς δεν συγχώρησε τον Ρεφν για το «Μόνο ο Θεός Συγχωρεί» (2013) – ένα ακόμα αιματοβαμμένο στιλιστικό όραμα, που όμως έμοιαζε πομπώδες, φορτωμένο συμβολισμούς, σοβαροφανές στις «ασιατικές» του επιρροές και αναφορές (τόσο κινηματογραφικά όσο και στην κουλτούρα της Ιαπωνίας). 

Σήμερα, ο Ρεφν παρουσίασε το νέο του πόνημα, «The Neon Demon», μία ιστορία που θέλει να καυτηριάσει τον επιφανειακό και ανταγωνιστικό σε σημείο κανιβαλισμού κόσμο του modeling – κορίτσια που φτάνουν στο Λος Αντζελες από μικρές κωμοπόλεις της Αμερικής, αλλά μεγάλα όνειρα. Μόνο που το έκανε με την ίδια αυτάρεσκη ψωνάρα σαν αυτή που ο ίδιος θέλει να σατιρίσει: επιφανειακό (μόνο στιλ, πόζα και «κινηματογραφική επιδερμίδα»), ψεύτικο (σαν τις σιλικόνες των μοντέλων του) με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του – έργο ενός ψωνισμένου σταρ που δεν ενδιαφέρεται να πει τίποτα. Μόνο να παίξει. 

«Αυνανιστή» φώναξε ένας Ισπανός συνάδελφος με το που έπεσαν τα credits τέλους και ακολούθησε όλο το Palais σε ηχηρά γιουχαρίσματα. Σε λίγο θα ξεκινήσει η συνέντευξη Τύπου του και αναρωτιόμαστε τι έχει να πει το τρομερό παιδί του δανέζικου σινεμά, που μοιάζει να έχει για τα καλάπάρει από τον Λαρς Φον Τρίερ τη σκυτάλη της πρόκλησης. 

Aν κρίνουμε από τον τρόπο που ποζάρει αυτή τη στιγμή μπροστά μας στο παραδοσιακό photocall στην αυλή του Palais, είναι έτοιμος να παίξει και ξύλο με τους δημοσιογράφους!


«The Last Face» του Σον Πεν



Μπορεί να είναι δύσκολο για κάποιον να το πιστέψει αλλά ο Σον Πεν ήταν πάντα αριστουργηματικός σκηνοθέτης – πολύ καλύτερος με αυτό το ταλέντο του, παρά με την υποκριτική του δεινότητα ή το ένστικτο με το οποίο διάλεγε τελευταία τους ρόλους του. Τι να πρωτοαναφέρουμε από τις ταινίες του; «The Indian Runner», «The Pledge», «Crossing-Guard», «Into the Wild». Μικρά, καλογραμμένα, διακριτικά σκηνοθετημένα δράματα με ισορροπημένες επικές στιγμές και αυθεντική συγκίνηση. 

Τι έπαθε; Γιατί αυτό που μόλις είδαμε σε μία από τις τελευταίες προβολές του διαγωνιστικού τμήματος του 69ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών δεν θα πιστεύαμε ποτέ ότι φέρει την υπογραφή του. Αφελές σενάριο, κακοσκηνοθετημένο, κακοπαιγμένο – ένα σοβαρό θέμα (η ευθύνη της Δύσης στις σφαγές των ανθρώπων της Αφρικής, ο ρόλος της ανθρωπιστικής βοήθειας, η συλλογική ευθύνη) παρουσιάστηκε μέσα από μελό slow motion, κλισέ εικόνες μικρών παιδιών και βάρβαρων σφαγών και το ερωτικό δράμα της Σαρλίζ Θερόν και του Χαβιέ Μπαρδέμ που αντιπροβάλλεται απαράδεκτα στην ανθρώπινη τραγωδία. Αισθητικά το αποτέλεσμα θύμιζε διαφήμιση καφέ. Σεναριακά, ήταν αχταρμάς. Πολιτικά και ηθικά: καλύτερα να μη γύριζε ποτέ αυτή την ταινία. 

Μεγάλη απογοήτευση από έναν από τους αγαπημένους μας δημιουργούς. 

Για ένα σακάκι ανοιχτό, για έναν Ιγκι Ποπ! 



 Eυτυχώς που υπάρχει ο Τζιμ Τζάρμους – εκτός από το υπέροχο «Paterson», την νέα του ταινία που παρουσίασε στο διαγωνιστικό πρόγραμμα, ο αμερικανός σκηνοθέτης επέστρεψε και με ένα ντοκιμαντέρ εκτός συναγωνισμού. Το «Gimme Danger» που αφηγείται την ιστορία των The Stooges, του ιστορικού πανκ συγκροτήματος του Ιγκι Ποπ γέμισε την αίθουσα με την ωστική δύναμη, την καθαρή ενέργεια της μουσικής και έφερε τον θρυλικό μουσικό στις Κάννες. 

«Yπάρχουν πολύ λίγα πράγματα από τα live των Stooges ή τους ίδιους και τη ζωή τους...» είπε ο Τζιμ Τζάρμους στην Συνέντευξη Τυπου. «Καταφέραμε να συγκεντρώσουμε ό,τι υπάρχει, αλλά και να εμπνευστούμε πώς αλλιώς μπορούμε να πούμε την ιστορία τους με δημιουργικό τρόπο. Το φιλμ ελπίζω ότι είναι σαν τους Stooges. Ακατάστατο, χαοτικό, δυνατό, με ψυχή και ειλικρίνεια και δύναμη. Τηλεοπτικές διαφημίσεις, ειδήσεις, βιομηχανικά τοπία, φωτογραφίες, ρετρό ταινίες, animation. Mας πήρε πάνω από ένα χρόνο να βρούμε το υλικό και να εξασφαλίσουμε τα δικαιώματα για να τα χρησιμοποιήσουμε όλα αυτά...»

«Οι Stooges ήταν ιδέα τριών ανθρώπων» εξήγησε ο Ιγκι Ποπ, ο οποίος ζήτησε από τους δημοσιογράφους να μιλούν πιο δυνατά γιατί είναι πια «κουφός σαν άλογο»... «Εγώ τη σκέφτηκα, έχοντας καπνίσει ένα τεράστιο joint για πρώτη φορά στη ζωή μου. Ο Σκοτ ήταν η καρδιά, ο Ρον ήταν το σώμα, εγώ ήμουν το κεφάλι. Στους υπόλοιπους δύο μπορεί να άργησε λίγο η αναγνώριση, αλλά ήρθε. Και οι δύο αδελφοί Αστον πέθαναν όταν πια είχαν γνωρίσει επιτυχία, δόξα, χρήματα, είχαν βάλει τη ζωή τους σε τάξη. Οπότε έφυγαν ευχαριστημένοι....»

«Ελπίζω η ταινία να βοήθησε στην υστεροφημία τους...» πρόσθεσε ο Τζάρμους. «Με εκνευρίζει που όλα τα δημοσιεύματα των Καννών έγραφαν ότι «έρχεται ο Τζάρμους με ένα ντοκιμαντέρ για τον Ιγκι Ποπ...» Οσο κι αν τον αγαπώ κι αν τον εκτιμώ, και το ξέρει, αυτή είναι μία ταινία για τους Stooges. Είμαστε εδώ για τους Stooges...» (και σήκωσε τη γροθιά του στον αέρα).

Αποχαιρετώντας μας ο Ιγκι υποσχέθηκε ότι θα περπατήσει στην επίσημη πρεμιέρα στο κόκκινο χαλί, με τη σήμα κατατεθέν του εμφάνιση: χωρίς πουκάμισο. Και το έκανε!