• Σύνδεση

ΤΟ ΣΙΝΕΜΑ ΤΩΝ ΚΑΝΝΩΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΙΝΕΜΑ

Από τους Βέλγους αδελφούς Νταρντέν, μέχρι τον Βραζιλιάνο Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιου και τον Ρουμάνο Κρίστιαν Μουντζίου, οι σκηνοθέτες ήρθαν στις Κάννες για να μιλήσουν για όσα συμβαίνουν στον κόσμο. 

«The Uknown Girl» των αδελφών Νταρντέν 



Η Τζενί είναι μία δυναμική νεαρή γιατρός στη Λιέγη. Εδώ και 3 μήνες έχει αναλάβει το κοινωνικό ιατρείο ενός ηλικιωμένου πια γιατρού, ο οποίος βγαίνει στη σύνταξη, ενώ οι βλέψεις της είναι να κάνει καριέρα σε ιδιωτικό νοσοκομείο με καλύτερο μισθό και προοπτικές. Προς το παρόν όμως δέχεται τους άπορους ασθενείς της περιοχής, κάνει επισκέψεις στα σπίτια κι εκπαιδεύει τον Τζουλιέν, έναν νεαρό φοιτητή ο οποίος όμως είναι υπερευαίσθητος και μοιάζει να κλονίζεται συναισθηματικά με κάθε περίπτωση που φτάνει στο ιατρείο τους. Η Τζενί προσπαθεί να τον σκληραγωγήσει, καθώς πιστεύει ότι τα αισθήματα μπορούν να αποπροσανατολίσουν ένα γιατρό από την κατεπείγουσα ουσία της δουλειάς του, όταν ένα περιστατικό θα την ταρακουνήσει συθέμελα και θα αλλάξει τη στάση της απέναντι στη ζωή. Ενα κουδούνι στην εξώπορτα του ιατρείου αργά το βράδυ, το οποίο δεν απαντάει διδάσκοντας τον Τζουλιέν ότι «καλό είναι να μάθουν οι ασθενείς να σέβονται το ωράριο» αποδεικνύεται κατεπείγον περιστατικό: μία νεαρή κοπέλα που καταδιώκεται από το δολοφόνο της χτυπούσε για να ζητήσει καταφύγιο. Λίγα μέτρα πιο κάτω βρέθηκε νεκρή. Η Τζενί νιώθει υπεύθυνη και ξεκινά μία πορεία αναζήτησης της ταυτότητας του «άγνωστου κοριτσιού» με όσα μέσα διαθέτει.

Εχοντας κερδίσει δύο Χρυσούς Φοίνικες στην καριέρα τους, οι αδελφοί Νταρντέν επιστρέφουν στις Κάννες με μία ταινία που απαιτεί να ξυπνήσει το κοινωνικό ενδιαφέρον. Πόσα άγνωστα κορίτσια εξαφανίζονται στον κόσμο. Πόσες «Jane Doe», εγχώριες ή μετανάστριες κοπέλες που δεν υπάρχει κανείς να τις αναζητήσει; Κάποιος τις χρησιμοποίησε και τις πέταξε ως αναλώσιμη συνέπεια ενός βρώμικου περιθωρίου. Πόσο βαθιά θα ψάξει στα αλήθεια η αστυνομία για να αποδώσει δικαιοσύνη; Πόσο χώρο θα καταναλώσουν οι εφημερίδες; Ποιος θα ενδιαφερθεί τελικά; Ποιος θα ανοίξει την πόρτα όταν ένα τέτοιο κορίτσι του χτυπήσει για βοήθεια;

«Εκείνο που μάς ενδιαφέρει σ' αυτήν την ταινία είναι η ηρωίδα μας, η γιατρός Τζενί» είπε ο 62χρονος Λικ Νταρντέν στην επίσημη συνέντευξη τύπου. «Είναι ένας άνθρωπος που θα νιώσει την κοινωνική ευθύνη, τη στιγμή που δεν την αισθάνεται κανείς. Γι' αυτό θ' ακολουθήσει μια πορεία εσωτερικής αγωνίας. Εδώ και καιρό συζητούσαμε για μια ηρωίδα που προσπαθεί να επανορθώσει και νομίζω ότι έτσι προέκυψε αυτή η ταινία. Μιλούσαμε για κάποιον που θέλει να επανορθώσει, που δεν μπορεί να περνά το χρόνο του προσπαθώντας ν' αποφύγει τις δύσκολες ερωτήσεις.»


«Aquarius» του Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιου



Ο Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιου επιχειρεί να χτίσει μία κινηματογραφική αλληγορία για την παλιά και τη νέα Βραζιλία, επιστρατεύοντας τη μεγάλη πρωταγωνίστρια Σόνια Μπράγκα κι ένα εμβληματικό 70s παραλιακό οικοδόμημα, το «Aquarius». 

Σάο Πάολο, 1981. Τα μαλλιά της 30χρονης Κάρλα είναι κοντά. Το χαμόγελό της λαμπερό, τα μάτια της κάρβουνο και η αγάπη της για μουσική, χορό, ζωή ξεπερνά το μπαλκόνι του οικογενειακού διαμερίσματός της στο παραλιακό κτίριο Aquarius. Φτάνει μέχρι τα κύματα, μέχρι τον ζεστό καλοκαιρινό ουρανό, μέχρι το βουρκωμένο βλέμμα του άντρα της που ευχαριστεί τους συγκεντρωμένους συγγενείς: «Δεν είμαι θρήσκος. Αλλά θέλω να ευχαριστήσω ό,τι υπάρχει εκεί έξω γιατί μου έδωσε πίσω τη γυναίκα μου έπειτα από μία φριχτή χρονιά». Flash forward. Τα μαλλιά της 65ρονης Κάρλα είναι μακριά, πυκνά και η ίδια ακόμα μια κούκλα. Ακόμα ζωντανή, με την πληγή της μαστεκτομής ως παράσημο, με τις αναμνήσεις της αγάπης της για τον μακαρίτη σύζυγο να ζωντανεύουν στα όνειρά της. Ακόμα κάτοικος του ευήλιου, καλαίσθητου, φορτωμένου βινύλια, μουσικές, θαλασσινή αύρα και αγαπημένους ανθρώπους διαμέρισματός της στο παραλιακό κτίριο Aquarius. Ενα κτίριο που μία κατασκευαστική εταιρεία έχει εδώ και χρόνια εξαγοράσει. Το Aquarius πρέπει να γκρεμιστεί για να χτιστεί το Νέο Aquarius. Μόνο που η Κάρλα δεν πουλάει. Κάθε μέρα σκίζει τις προτάσεις των κατασκευαστών, βάζει το μαγιό της, κατεβαίνει στην παραλία, αψηφά τους νεαρούς ναυαγοσώστες που της έχουν αδυναμία και την προειδοποιούν για την άγρια θάλασσα, κι απολαμβάνει τη βουτιά της. Μετά ανοίγει την πόρτα της, υποδέχεται παιδιά, εγγόνια, φίλες, ανιψιούς. Ανοίγει τέρμα και τα ηχεία, και παίζει τις μουσικές της, χορεύει και αρνείται να παραδοθεί στη νέα εποχή. Βλέπετε, αυτή έζησε εκείνη του Υδροχόου...

Ενα κτίριο θα χρησιμοποιηθεί ως κάτι παραπάνω από κεντρικός άξονας της ταινίας. Θα σταθεί ως σύμβολο μίας Βραζιλίας που απειλείται να εξαφανιστεί. Και η ηρωίδα του θα κατοικήσει την ταινία και το διαμέρισμά της ως κάτι παραπάνω από πρωταγωνιστικός χαρακτήρας ενός δράματος. Εκείνη θα είναι το κτίριο, το κτίριο εκείνη, κι όλα μαζί μία μελαγχολική ωδή σε όσα γκρεμίζουμε χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι το νέο δεν είναι σίγουρα και καλύτερο.

Στην επίσημη πρεμιέρα της ταινίας, σκηνοθέτης και καστ κράτησαν πλακέτες διαμαρτυρίας για όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στη Βραζιλία. «Η χώρα μας έχει δικτατορία» έγραφε το μήνυμά τους το οποίο έκανε το γύρο του κόσμου από το κόκκινο χαλί των Καννών. 

«Bacalaureat» του Κρίστιαν Μουντζίου



Με το Χρυσό Φοίνικα για το «2 Μήνες, 3 Εβδομάδες, 4 Μέρες» και τα βραβεία σεναρίου και γυναικείων ερμηνειών για το «Πίσω από τους Λόφους», ο αγαπημένος Ρουμάνος σκηνοθέτης των Καννών επιστρέφει στην Κρουαζέτ για να μιλήσει για κάτι εξαιρετικά οικείο και για τον Ελληνα θεατή: τα πλοκάμια της διαφθοράς σε μία βαλκανική χώρα, όπου τίποτα δε λειτουργεί. 

Στο «Bacalaureat», ακολουθεί την ιστορία ενός πατέρα, ο οποίος προσπαθεί να ωθήσει την κόρη του να φύγει στο εξωτερικό για σπουδές και μία καλύτερη τύχη από αυτή που θα έχει μένοντας στη Ρουμανία. Παραμονές των εξετάσεών της όμως, το κορίτσι πέφτει θύμα επίθεσης. Ο πατέρας της ξεκινά έναν μαραθώνιο αγώνα για να πείσει την ίδια να μην τα παρατήσει, λαδώνει το σύστημα για να την ευνοήσει κι έτσι ξεκινά ένας δαίδαλος μικρότερων και μεγαλύτερων πράξεων που ενισχύουν την υποκρισία και το ψέμα. 

Το ήσυχο δράμα του Μουντζίου δεν έχει σοκαριστικές ανατροπές, όπως τα προηγούμενά του. Ούτε ξεκάθαρους θύτες και θύματα. Ολοι έχουν δίκιο, ή όλοι νομίζουν ότι έχουν δίκιο. Η καταθλιπτική μητέρα της κοπέλας που επιμένει ότι η κόρη τους πρέπει να μάθει από μικρή να μην καταφεύγει σε παρανομίες. Ο πατέρας που βλέπει τη βαλτωμένη του ζωή και δε θέλει το ίδιο για το παιδί του. Η ερωμένη του που τον παρακαλεί να ξεκαθαρίσει την κατάστασή τους γιατί δεν μπορεί να κρύβεται. Η γιαγιά που δεν βλέπει το λόγο να ξενιτευτεί η εγγονή της, μια χαρά όλοι επιβίωσαν και έκαναν οικογένειες. Κι αυτό είναι το σημαντικότερο. 

Ολοι όμως καταφεύγουν σε πράξεις που κινούν τα νήματα και πλέκουν το δίκτυο της διαφθοράς – με μικρότερη ή μεγαλύτερη ευθύνη ο καθένας. Ολοι θεωρούν ότι εκείνοι δε φταίνε. Ολοι πιστεύουν πραγματικά ότι στην περίπτωσή τους υπάρχει δικαιολογία. «Δεν είναι το ίδιο». 

Ο Μουντζίου μας αφήνει ανοιχτό τον κοινωνικό διάλογο: μήπως είναι ακριβώς το ίδιο; Μήπως το να πείσεις τον εαυτό σου ότι έχεις κάθε δικαίωμα να απατάς τη γυναίκα σου, να κλέψεις στις εξετάσεις, ή να κλέψεις το κράτος, τον ασθενή σου ή τον γείτονα είναι ακριβώς το ίδιο; 

Οι απαντήσεις είναι δικές μας.